slideshow 1 slideshow 2 slideshow 3 slideshow 4 slideshow 5 slideshow 6 slideshow 7 slideshow 8 slideshow 9

Γράφει η Αθανασία Σιώτη-Γεροντή, δασκάλα
 
Το πανηγύρι του Αη – Γιαννιού στο Μουντάδο, Τήνου, είναι δυο φορές το χρόνο. Στις 7 Ιανουαρίου, το χειμωνιάτικο και το καλοκαιρινό στις 24 Ιουνίου. Τότε γίνεται και το περίλαμπρο πανηγύρι. Βοηθάει και ο καιρός. Οι χωριανοί φροντίζουν να ασπρίσουν τα σπίτια τους, μέσα και έξω, από το Μάη. Να γίνει γενική καθαριότητα για να υποδεχτούν τον κόσμο ανήμερα. Οι επίτροποι έχουν επιπλέον και τα ασπρίσματα της εκκλησίας.
 
Το χωριό γίνεται άσπρο σαν περιστεράκι. Οι δρόμοι ασβεστώνονται σκαλοπάτι – σκαλοπάτι, το πηγάδι και η εξέδρα (η ταράτσα του πηγαδιού) αστράφτουν. Η εκκλησία καθαρίζεται απ’ όλο το χωριό που μαζεύεται εκεί Κυριακή συνήθως με ένα χτύπημα της καμπάνας. Να τριφτούν τα μανουάλια, να γυαλιστούν τα ασημένια καντήλια, να σαπουνίσουν το μαρμάρινο τέμπλο και τα προσκυνητάρια από τα παλικάρια του χωριού, να καθαριστούν οι κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, να τριφτούν οι ασημένιες εικόνες και τα ιδιαίτερα του Αη – Γιάννη, να σιδερωθούν τα καλά χρυσοστόλιστα κεντήματα της Αγίας Τράπεζας και των παγκαριών, οι κεντημένες χειροποίητες ποδιές στα προσκυνητάρια, όλα πρέπει να είναι τέλεια.

Κι όταν έρθει εκείνη η μέρα στο χωριό επικρατεί απ’ την προηγούμενη μέρα μια ένταση. Οι κάπασοι όλοι καπνίζουν ασταμάτητα. Οι νοικοκυρές επικαλούνται τη βοήθεια και μιας έμπειρης συγγενούς ή φίλης από άλλο χωριό να τις βοηθήσει στο μαγείρεμα, στην επιτυχία της μαγιονέζας και της σκορδαλιάς, στο στόλισμα των πιάτων με τους μεζέδες που θα γεμίσουν το πανηγυριώτικο τραπέζι μετά την λειτουργία για να υποδεχθούν τον κόσμο. Ως και φρούτα αγοράζουν για εκείνη τη μέρα!!! Όσο για το γλυκό, μπιζέδες σπιτικοί. Αυγά απ΄ το κοτέτσι, ζάχαρη και παραπανίσια τέχνη. Ο ξυλόφουρνος της Ροζίνας και ο Καράμπαμπας, που οι ίδιοι πυρώνουν, δίνουν το θεσπέσιο αποτέλεσμα χωρίς να μειώσουν τον οικογενειακό οικονομικό προγραμματισμό που δεν είναι και τόσο ανθηρός! Το γεύμα; Αρνάκι λεμονάτο με πατάτες τηγανιτές και πιλάφι με σάλτσα από την ψιλοκομμένη συκωταριά του σφαχτού. Νοστιμότατα κατά γενική ομολογία. Κι εμείς τα παιδιά περιμένουμε πώς και πώς να φορέσουμε κάνα καινούργιο ρουχαλάκι ή παπουτσάκι και όλο αυτό κοιτάμε. Μια το ρούχο, μια το παπούτσι. Αξέχαστα παιδικά και νεανικά χρόνια! Γλυκά χρόνια! Όλα αυτά βέβαια μετά το τέλος και της λιτανείας που γίνεται στη γύρα του χωριού συνοδεία της εικόνας του Αγίου, αλλά και άλλων εικόνων, εξαπτέρυγων, Σταυρού, παπάδων (ίσως και δεσπότη), ψαλτών και πλήθος πανηγυριωτών. Σε κάθε αυλή, σε κάθε στροφή, σε κάθε γωνιά, σε κάθε καμάρα περιμένει ένα θυμιατό που αναδύει το άρωμα του λιβανιού, στο ένα χέρι μιας γυναίκας και στ’ άλλο ένα μπουκαλάκι κολόνια για να υποδεχτούν τον Άγιο που τους κάνει την τιμή να περάσει από το σπίτι τους και να φέρει κοντά τους την ευλογία Του. Η δοξολογία θα γίνει στην εξέδρα και η πομπή θα καταλήξει στον ιερό ναό, να μπουν όλα στη θέση τους και να γίνει η απόλυση. Οι καμπάνες χτυπούν διπλοκάμπανο. Ο κόσμος θα μοιραστεί στα σπίτια για περιποίηση από τις νοικοκυρές όλες και θ’ αρχίσει το φαγοπότι και το γλέντι, το οποίο θα συνεχιστεί ως το άλλο πρωί στα μαγαζιά του κυρ – Αντώνη και του Βαγγέλη με τα βιολιά και τα λαγούτα. Χορός, κέφι, χαρές, γνωριμίες μεταξύ νέων, ερωτικά καρδιοχτύπια καμιά φορά, αμανέδες. Η διασκέδαση σ’ όλο το τόσο απλό, τόσο αθώο και όμως τόσο όμορφο μεγαλείο της. Είναι στιγμές που οι έννοιες πάνε περίπατο. Η φτώχεια γίνεται διασκέδαση. Όλοι σκέφτονται το ίδιο πράγμα. Σήμερα έχουμε χαρά. Καλά να περάσουμε. Και έτσι γίνεται. Τα καταφέρνουμε πάντα. Οι χαρές της ζωής είναι κρυμμένες μέσα στα πιο απλά πράγματα. Κι ένα απ’ αυτά είναι η αγάπη.