slideshow 1 slideshow 2 slideshow 3 slideshow 4 slideshow 5 slideshow 6 slideshow 7 slideshow 8 slideshow 9

 
Γράφει η Αθανασία Σιώτη-Γεροντή, δασκάλα
 
 
Χριστούγεννα στο χωριό πριν πολλά χρόνια
            Η ζωή στο χωριό μας κυλούσε απλά σε καθημερινή βάση. Κάτι τέτοιες Άγιες μέρες της έδιναν μια νότα διαφορετική, πιο ξεχωριστή. Για αυτό και η προσμονή ήταν γλυκιά πάντα.
            Καμιά διαμαρτυρία για τη νηστεία των 40 ημερών (το σαραντάημερο) που έπρεπε να προηγηθεί. Και φυσικά ουδέποτε περνούσε απ’το μυαλό μας κρυφά να αρτυθούμε με λίγο τυράκι ή ένα λουκάνικο άπ’τη ζάρα που είχαμε φυλαγμένη στο κατώι. Ήταν απαράβατος κανόνας. Νηστεία για όλους μικρούς και μεγάλους. Τελεία και παύλα.
            Κι έτσι περνούσε ο καιρός, αργά βέβαια, αλλά η γλυκιά προσμονή της Μεγάλης Γιορτής έφτανε και τα’ άλλαζε όλα….
             Από μέρες η μάνα ετοίμαζε τα φοινίκια (μελομακάρονα τα λένε στην Αθήνα), τους κουραμπιέδες ( με γλίνα αντί βούτυρο πολλές φορές), τα ψαράκια και τα ξεροτήγανα. Όλα ήταν καλά φυλαγμένα στο μπουφέ και το κλειδί στη τσέπη, γιατί υπήρχε ο κίνδυνος μέχρι τα Χριστούγεννα να εξαφανιστούν από μας τα παιδιά.
             Όλο το χωριό μοσχοβολούσε απ’το ψήσιμο τους στους δύο ξυλόφουρνούς του, που δεν άδειαζαν αυτές τις μέρες. Το σπίτι φυσικά είχε καθαριστεί πιο σχολαστικά και όλα ήταν έτοιμα.
            Την παραμονή της Γιορτής έπρεπε να κάνουμε μπάνιο όλοι, για να υποδεχτούμε καθαροί «ψυχή τε και σώματι» τη Γέννηση του Χριστού. Το τσίγκινο μπανάκι έπαιρνε θέση στην κουζίνα γεμάτο ζεστό νερό απ’το καζάνι, που ήταν στο τζάκι, γι’ αυτό το λόγο κι ένας – ένας (είμαστε και πολλοί) έπαιρνε θέση στο… μπάνιο του σπιτιού μας και είτε μόνος είτε με τη βοήθεια της μάνας μας, τα πιο μικρά, μπανιαριζόμαστε σ’ όλο το σώμα (αυτή η διαδικασία γινόταν μόνο όταν θέλαμε να κοινωνήσουμε ή όταν ήταν κάποια μεγάλη γιορτή το χειμώνα. Το καλοκαίρι γινόταν μια φορά τη βδομάδα, τις υπόλοιπες μέρες πλέναμε τα απαραίτητα). Τρώγαμε για τρίτη μέρα το νερόβραστο όσπριο και νωρίς – νωρίς για ύπνο. Αύριο Χριστούγεννα θα κοινωνήσουμε αφού πρώτα προσκυνήσουμε όλες τις εικόνες της εκκλησίας που φτάναμε και ύστερα κάνοντας πρώτα μια μετάνοια θα φιλήσουμε το χέρι του παπά, των γονιών, των παππούδων, της δασκάλας μας και όλων των μεγάλων ανθρώπων του χωριού, ζητώντας συγχώρεση για τις … αμαρτίες μας…
            Η μάνα μας όμως δεν κοιμόταν νωρίς εκείνο το βράδυ. Αφού βεβαιώνονταν ότι είμαστε στο βαρύ μας ύπνο άρχιζε… Έβαζε μέσα στη σάλα τη γλάστρα (γκαζοτενεκέ) που είχε ένα κυπαρισσάκι φυτεμένο (μετά τις γιορτές η γλάστρα πάλι έξω στη θέση της), έντυνε τον τενεκέ με μπλε κόλλα χαρτί, έντυνε τα κυπαρισσόμηλα με ασημόχαρτο από τσιγάρα που είχε φροντίσει να βρει από τους θεριακλήδες του χωριού, κρεμούσε πάνω και κανένα κουκουναράκι ή κανένα φιογκάκι από κορδελίτσες, έβαζε και στη κορυφή του ένα αστέρι που έφτιαχνε και έτοιμο το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας, τύλιγε με επιμέλεια μερικά μοσχοσάπουνα ή καραμελίτσες σε πακετάκια και τα ακουμπούσε κάτω απ’ το δέντρο.
            Στις 4 τα ξημερώματα είχε εγερτήριο. Ο πατέρας μου μας έδειχνε στον ουρανό το Άστρο της Βηθλεέμ (την πούλια). Και εμείς αδιαμαρτύρητα αφήναμε τη ζεστασιά του παπλώματος προκειμένου ν’ προλάβουμε να δούμε …το Άγιο Αστέρι που οδήγησε τους Μάγους. Το δέντρο και τα δώρα τα είχαν φέρει οι Μάγοι. Κι εμείς φυσικά ζούσαμε … μαγικές στιγμές και νιώθαμε την ευλογία τους και την ευλογία του Θείου Βρέφους.
            Φορούσαμε τα καλά μας ρούχα (αυτά ήταν τα μοναδικά και τα φορούσαμε πάντα τα ίδια σε κάθε ξεχωριστή μέρα) και πηγαίναμε όλοι μαζί στην εκκλησία νωρίς – νωρίς. Οι γονείς μας και τα έξι παιδιά, εμείς. Η εκκλησία γεμάτη από τέτοιες πολυμελείς οικογένειες, γεμάτη όμως και με ευλάβεια και κατάνυξη.
 
« Η Παρθένος σήμερον τον Υπέρούσιον τίκτει…»
« Η Γέννηση Σου Χριστέ ο Θεός ημών…»
 
            Με πόση αγαλλίαση σιγοψιθυρίζαμε μαζί με τον παπά – Μάρκο και τους ψάλτες τους ύμνους αυτούς!!!
            Κι όταν μετά την απόλυση και τις ευχές που ανταλλάσσονταν γυρνούσαμε στο σπίτι, δεν είχε για πρωινό γάλα ή καφέ ή ζεστό… Κατ’ ευθείαν έμπαινε το λουκάνικο στη φουγού να ψηθεί και καθόμαστε όλοι μαζί στο τραπέζι να ρουφήξουμε το ζεστό ζουμάκι απ’ τον κόκορα, που όλη νύχτα έβραζε στη χόβολη, να φάμε λουκάνικο, τυρί, πηχτή και λούζα να στυλωθούμε… Και μετά πάλι το μεσημέρι το ίδιο σκηνικό με διαφορετικό μενού… Το υπόλοιπο ζουμάκι του κόκορα είχε γίνει σουπίτσα αβγολέμονο, ο κόκορας είχε γίνει κοκκινιστός με μπόλικη σάλτσα για να βουτάμε ψωμάκι να μας πιάσει (και έκανε η μάνα μου κάτι σάλτσες ανεπανάληπτες) και οι τηγανιτές πατάτες απαραίτητο συνοδευτικό στον κοκκινιστό πουλερικό.
            Πόσο δίκιο είχε ο ποιητής όταν έγραψε:
«Αχ ! Αχ ! Χριστουγεννιάτικο της φαμέλιας τραπέζι που ταίρι – ταίρι η όρεξη με την αγάπη παίζει …Τα ποτηράκια ηχούν γλυκά, μοσχοβολούν τα πιάτα.
Γύρω, σοφά γεράματα και προκομμένα νιάτα.
 
Θεέ μου πόσο δίκιο έχει!!!
 
Πρωτοχρονιάς παραμονή!
Το κρύο τσουχτερό μες την καρδιά του χειμώνα. Οι λιγοστοί χωριανοί περιμένουν με λαχτάρα την αυριανή μέρα, ο καθένας από το δικό του μετερίζι.
            Οι άντρες (πατεράδες μας «αιωνία τους η μνήμη» πια) στα χωράφια τους, κοντά στα ζωντανά τους, να τα φροντίσουν, να τα προστατέψουν από την παγωνιά στις μάντρες μέσα, να τα ταΐσουν, να βοηθήσουν στην γέννα καμιά προβατίνα, να κουβαλήσουν στο σπίτι το ετοιμοθάνατο αρνάκι, μπας και το σώσουν οι γυναίκες με τις φροντίδες τους ….. και να γυρίσουν στο σπίτι όσο πιο νωρίς γίνεται. Νυχτώνει βλέπεις νωρίς, το κρύο μπορεί να το αψηφούν, αλλά είναι «παραμονή πρωτοχρονιάς».
Πρέπει να μαζευτούν στο σπίτι να πλυθούν, να καθίσουν με την οικογένεια γύρω από το μαγκάλι το βράδυ να υποδεχτούν το νέο έτος. Και μετά το δείπνο, να μαζευτούν όλοι στο καφενείο του κυρ-Αντώνη ή του Βαγγέλη του Πλάνου να παίξουν, για το καλό, καμιά ξερή ή κοντσίνα ή τριανταμία… με αντίτιμο δεκάρες, εικοσάρες, το πολύ δραχμούλες….
            Οι γυναίκες πάλι στο σπίτι τους, τί να πρωτοκάνουν. Οι φαμίλιες μεγάλες, οι υποχρεώσεις πολλές … Το τζάκι καίει από το πρωί για το φαγητό, μέχρι το βράδυ, για να τηγανίσουν τους λουκουμάδες… Αχ! αυτοί οι ανεπανάληπτοι λουκουμάδες της πρωτοχρονιάς!!! Χιλιάδες φορές έχω ξαναφάει λουκουμάδες. Σαν εκείνους τους πρωτοχρονιάτικους της μάνας μου, ποτέ!!!
            Τους έχει χτυπήσει από νωρίς το απόγευμα και τους έχει κουκουλωμένους με μάλλινο χράμι και ότι πιο ζεστό, τους έχει σε μια ζεστή μεριά κοντά στο μαγκάλι, για να ανεβούνε. Και μόλις νυχτώνει βάζει μπροστά το τηγάνισμα. Μια λεκάνη γεμίζει κάθε φορά.
-          Από δυο να φάει ο καθένας, είμαστε τόσοι νομάτοι, έλεγε κάθε φορά, για να δικαιολογήσει την ποσότητα που έκανε εντύπωση…
Στην τελευταία τηγανιά ήταν το γούστο… έβαζε σε έναν από αυτούς ένα πενηνταράκι καλοπλυμένο και τους ξεχώριζε σε ένα μικρό ταψάκι. Αυτοί έβγαιναν στο τραπέζι μετά το βραδινό φαγητό. Τότε γινόταν η μεγάλη μάχη. Ποιός θα βρει τον τυχερό λουκουμά. Κι όταν τα πιο μικρά αρχίζαμε τα κλάματα γιατί δεν έτυχε σε εμάς το τυχερό, έβγαινε μαγικά από την τσέπη της άλλο πενηνταράκι και έμπαινε με μαεστρία σε έναν λουκουμά που τον έδινε τάχα τυχαία στο παραπονεμένο πιτσιρίκι και έτσι όλα διορθωνόταν με τον καλύτερο μαγικό τρόπο. Όμορφες στιγμές ! Αξέχαστες ! Νοσταλγικές !
            Τα παιδιά πάλι άλλο χαβά. Έχουμε κανονίσει από νωρίς την ομάδα, που θα γυρίσουμε από σπίτι σε σπίτι, για να πούμε τα κάλαντα. Αγόρια και κορίτσια μια παρέα. Αγαπημένοι, μονιασμένοι πάντα. Άλλωστε δεν είμαστε και τόσο πολλοί ! Μόλις σουρουπώνει αρχίζουμε να μαζευόμαστε ένας – ένας στην αυλή του Αη Γιάννη. Κουκουλωμένοι με ότι πιο ζεστό ρούχο έχουμε. Δεν διαθέτουμε και πλούσια γκαρνταρόμπα, εννοείται. Ξεκινούμε από το πρώτο σπίτι του χωριού:
 
-          Να τα πούμε;
-          Πέστε τα.
-          Αρχιμηνιά και αρχιχρονιά …
…………………………..
Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαμε
πέτρα να μη ραγίσει
και ο νοικοκύρης του σπιτιού
χρόνια πολλά να ζήσει!!
-          Και του χρόνου! Καλή Χρονιά !
 
Ακολουθεί το κέρασμα. Κανένας λουκουμάς φρεσκοτηγανισμένος συνήθως και το μπαξίσι, που τα μαζεύει συνήθως ένας από εμάς, η κάσα της παρέας. Στο τελευταίο σπίτι θα γίνει η μοιρασιά. Ο καθένας παίρνει το μερδικό του. Όλοι το ίδιο. Δίκαια πράγματα.
            Νωρίς – νωρίς για ύπνο εμείς τα παιδιά. Δεν περιμένουμε να γυρίσει ο χρόνος. Η λάμπα και το μαγκάλι μας προτρέπουν να βρούμε καταφύγιο στο κρεβάτι μας για ζεστασιά και για να είμαστε πρωινοί αύριο για την εκκλησία. Πρωτοχρονιάτικα και να μην ξεκινήσεις από εκκλησιασμό δεν γίνεται…
 
Ανήμερα της Πρωτοχρονιάς!
            Η μέρα κυλά όμορφα, οικογενειακά, ζεστά, με αγάπη γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι με το αχνιστό σεληνάτο με τον αζόναρα (χοιρινό παστό) ή το αρνάκι, το κρασί από το βαρέλι του κατωγιού, το σπιτικό τυράκι, τη λούζα, τη μυζήθρα, άντε και κανένα κεφτεδάκι. Ο πατέρας κόβει το χριστόψωμο αφού το σταυρώσει τρεις φορές με το μαχαίρι. Γίνεται η προσευχή: «Τον ουρανοφάντορα του Χριστού…» και μετά τρώνε όλοι με όρεξη, περιμένοντας στο τέλος του φαγητού να κοπεί η βασιλόπιτα πάλι από τον αρχηγό της οικογένειας. Δεύτερος γύρος για τον τυχερό της χρονιάς. Η σκηνή επαναλαμβάνεται. Γεύσεις αλησμόνητες, ανεπανάληπτες.. Όλα πλούσια, όλα νόστιμα, όλα από τη σοδειά μας..
            Από όλα πιο πλούσια είναι η ζεστασιά της οικογενειακής αγάπης που πλημμυρίζει την ατμόσφαιρα του σπιτιού και ξεχειλίζει έξω από τις πόρτες και σμίγει του ενός σπιτιού με του άλλου έξω στα δρομάκια και τις καμάρες του χωριού και «μοσχοβολά» το χωριό μας από ΑΓΑΠΗ και οικογενειακή ΓΑΛΗΝΗ. Φτωχοί οι άνθρωποι πλούσιες οι καρδιές τους. Τί πιο όμορφο!
            Το απόγευμα άλλες χαρές και αναμονές. Οι μπουναμάδες….Τους περιμένουν πώς και πώς τα παιδιά.
Το τραπέζι της σάλας γεμάτο με γλυκά. Κουραμπιέδες – μελομακάρονα – ψαράκια – ξεροτήγανα, βασιλόπιτα αλλά και αμύγδαλα, καρύδια, φουντούκια, πορτοκάλια κομμένα σε στρογγυλές φέτες ή μήλα καθαρισμένα και μανταρίνια. Στη μέση το καραφάκι με το ρακί και τα ποτηράκια. Σήμερα δεν κερνάνε. Ο καθένας κερνιέται μόνος του ….. ότι ποθεί η ψυχή του.
Η πρώτη παρέα με τους μεγάλους, τους παντρεμένους άντρες φτάνει στο σπίτι. Η σάλα τους υποδέχεται. Τα παιδιά παίρνουν θέση σε ένα καναπεδάκι και περιμένουν…Κερνιούνται, εύχονται Καλή Χρονιά σε όλους, συζητούν μεταξύ τους, αστειεύονται , παινεύουν τη νοικοκυρά για τα όμορφα καλούδια που είναι φτιαγμένα όλα από τα χεράκια της…Κι έρχεται η μεγάλη στιγμή! Ένας – ένας περνά από κάθε παιδί και του δίνει στο χεράκι το μπουναμά του. Μια δραχμή, ένα δίφραγκο…Αν ήταν τάλιρο ποιος τη χάρη μας. Χαράς ευαγγέλια. Φεύγοντας, τα μετράμε και τα ξαναμετράμε , τα προσθέτουμε κι με εκείνα από τα κάλαντα και κάνουμε το κουμάντο μας. Θα τα δώσουμε στη μάνα να μας αγοράσει κάτι όταν θα πάει στη χώρα…
Σε λίγο να ’σου και η δεύτερη παρέα. Οι νέοι, οι ανύπαντροι, οι λεύτεροι του χωριού, μαζί με τα βιολιά αυτή τη φορά. Ο Καλιούπας (αξέχαστη φυσιογνωμία) με το βιολί του και ο γιός του με το λαούτο από κοντά απαραίτητη συνοδεία με τα παλικάρια του χωριού. Τα κάλαντα αυτή τη φορά με την συνοδεία των οργάνων:
 
«Άρχοντες καλησπερίζω
            και λαμβάνω την τιμή
ήρθα να σας χαιρετίσω
Βασιλείου εορτή.
-          Πρώτον αρχινώ και λέγω
και σας εύχομαι πολλά
πλούτη δόξα και υγεία
ευτυχία και χαρά.
-          Δεύτερον αρχίζω πάλι
και θερμώς παρακαλώ
να διέλθετε το έτος
μ’ όλους σας στ’ αρχοντικό.
-    Κι όσοι λείπουνε στα ξένα
κι όσοι λείπουν στο στρατό
ο Χριστός κι Άγιος Βασίλης
να τους φέρει με καλό.
-          Κι άλλα έτερα σας πρέπουν
Να ειπώ δεν ημπορώ
Σας αφήνω καληνύχτα
Και του χρόνου με καλό.»
 
Ευχές παίρνουν και δίνουν. Κεράσματα, γέλια, χαρές, κρυφές ματιές καμιά φορά ανάμεσα σε δύο νέους. Τέλος τα παιδιά παίρνουν το μποναμά τους κι οι κοπέλες κουφέτα στο χέρι τους για καλή τύχη απ’τα παλικάρια …. Πόση χαρά ! Πόση ευτυχία! Ατελείωτη ομορφιά. Αναμνήσεις αιώνια γλυκιές…
 
Τα Φώτα!
            Τώρα περιμένουμε να αγιαστούν τα νερά. Ο μικρός αγιασμός στην εκκλησία παραμονή των Φώτων. Όλοι παρόντες, μικροί – μεγάλοι. «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε…». Οι γυναίκες με το πιο καλό τους κανατάκι (συνήθως το έχουν μόνο για αυτό το λόγο φυλαγμένο στο μπουφέ της σάλας) παίρνουν αγιασμό . Πρέπει να αγιαστούν τα χωράφια όλα και τα ζωντανά. Τα σπίτια θα τ’αγιάσει ο παπάς που θα περάσει με την αγιαστούρα του από σπίτι σε σπίτι. Σήμερα θα τον κεράσουν «ψαράκι» γιατί είναι το μόνο νηστίσιμο γλυκό. Όλοι νηστεύουμε για να πιούμε αύριο το «Μεγάλο Αγιασμό».
            Ο Μεγάλος Αγιασμός θα γίνει στο πηγάδι μας μέσα στο ξινάρι. Το πηγάδι είναι πεντακάθαρο, ασπρισμένο και στολισμένο με μερσίνες απ΄την Καρδιανή. Κι αφού τελειώσει και αυτή η ιεροτελεστία θ’αρχίσουν οι ετοιμασίες για το αυριανό πανηγύρι μας. Το χειμωνιάτικο. Του Αη – Γιάννη μας του Προδρόμου.
 
Το χειμωνιάτικο πανηγύρι!
            Οι νοικοκυρές προετοιμάζονται για το αυριανό τραπέζωμα των προσκυνητών. Μεζέδες, σκορδαλιές, κεφτέδες, μπακαλιάροι τηγανιτοί, ντολμάδες και χίλια δυο καλούδια πρέπει να ετοιμαστούν ως το βράδυ για να προλάβουν να πάνε μετά στην αγρυπνιά.
            Λάμπει η εκκλησία μας καθαριότητα και ομορφιά. Στολισμένη με μυρτιές και πολύχρωμα μοσχοβολιστά λουλούδια απ’τις αυλές του χωριού. Η εικόνα του Αη – Γιάννη ξεχωρίζει με το περίτεχνο στεφάνι που του έχουν φτιάξει οι γυναίκες με τα λουλούδια που μαζεύτηκαν. Τα ολόφρεσκα μοσχοβολιστά λεμονόφυλλα που μόλις πριν λίγο μάζεψαν από τη λεμονιά σκορπισμένα στο πάτωμα (δείγμα γιορταστικής ατμόσφαιρας) σμίγουν το άρωμα τους με εκείνο του λιβανιού και δίνουν μια νότα κατανυκτική μέσα σ’ όλη την εκκλησία. Ο Άγιος λες και χαμογελά εισπράττοντας όλη αυτή την τιμή που του αποδίδεται από ψυχής.
            Την άλλη μέρα ανήμερα τ’ Αη – Γιαννιού, 7 Ιανουαρίου, το χωριό πανηγυρίζει σύσσωμο. Οι καμπάνες χτυπούν διπλοκάμπανο σχεδόν όλη μέρα.
Τα γύρω χωριά και οι χωραΐτες τιμούν και ευλαβούνται τον Αη – Γιάννη και έρχονται στο πανηγύρι του. Οι δουλειές στα χωράφια ας περιμένουν. Τέτοιες μέρες γίνονται μόνο τ’ απαραίτητα για τα ζωντανά. Προηγείται ο Άγιος που γιορτάζει.
Η εκκλησία γεμίζει κόσμο. Οι ψάλτες βάζουν τα δυνατά τους μαζί με τον παπά να πουν όσο το πιο μελωδικά μπορούν τους ύμνους στον Άγιο. Όλα είναι μαγικά. Ο Άγιος – Γιάννης ο Πρόδρομος προστάτης του χωριού καμαρώνει και ανταποδίδει με την προστασία του στις οικογένειες του χωριού που τον τιμούν.
Μετά τη θεία λειτουργία ο κόσμος σκορπά στα σπιτάκια που έχουν ετοιμάσει ότι καλύτερο για να τους περιποιηθούν. Το φαγητό διαδέχεται το κέφι και έτσι ξεκινά το τραγούδι και γιατί όχι και ο χορός σε κάθε σπίτι. Όλοι μένουν ικανοποιημένοι και φεύγουν με τις καλύτερες εντυπώσεις. Σε ευχαριστούμε Άη – Γιάννη μας που αξίωσες του συγχωρεμένους πια γονείς μας να ζήσουν τόσες αλησμόνητες στιγμές στα σπίτια τους τιμώντας τη χάρη σου. Κι εμάς την επόμενη γενιά, που μεγαλώσαμε με αυτές τις ηθικές αξίες και αυτά τα μοναδικά βιώματα, αξίωσε μας να τιμάμε τη μνήμη Σου και τη μνήμη των γονιών μας που παρ’ όλη τη φτώχεια τους μας παρέδωσαν τόσο πλούσια κληρονομιά. Την εκκλησία Σου που δεσπόζει στο όμορφο χωριουδάκι μας και τα έθιμα τους, που υποσχόμαστε να τα συνεχίσουμε και να τα παραδώσουμε στα δικά μας παιδιά.
 
Η εκκλησία μας!
Τελικά όλη μας η παιδική ηλικία αλλά κι όλη η ζωή του χωριού, είναι συνυφασμένη με τις μεγάλες γιορτές της πίστης μας. Κάθε τι που σημάδεψε βαθιά την παιδική μας ψυχή, έχει να κάνει και με ένα θρησκευτικό γεγονός. Έτσι μας έμαθαν οι γονείς μας, αυτοί οι αγράμματοι και όμως τόσο βαθιά φιλοσοφημένοι άνθρωποι…
            Όλος ο κόσμος μας ήταν γύρω από την εκκλησία του χωριού. Εκεί παίζαμε τις περισσότερες φορές, εκεί μαζευόμαστε στις χαρές εκεί και στις λύπες. Το πανηγύρι του χωριού ήταν η προσμονή όλου του χρόνου για όλους μικρούς και μεγάλους. Και σε κάθε καμπή της ζωής μας τον Άη – Γιάννη επικαλούμαστε.
 
-          Αη – Γιάννη μου Βόηθα μας!
-          Αη – Γιάννη μου σ’ ευχαριστώ!
-          Αη – Γιάννη μου δόξα να ‘ χεις!
-          Αη – Γιάννη μου λυπήσου μας!
-          Αη – Γιάννη μου βάλε το χεράκι Σου!
-          Αη – Γιάννη μου δωσ’ μου κουράγιο!
 
Κι ο Άγιος, Μεγάλη η Χάρη του και Μεγάλο το όνομα του, όλα τα ακούει και για όλα φροντίζει να βρει τη λύση. Πάντα.
      Οι κτήτορες τις εκκλησίας δεν είναι γνωστοί. Στο δάπεδο του ναού έχει μια χρονολογία, 1864. Έχω ακούσει από τους πιο παλιούς πως είναι η χρονολογία που μαρμαροστρώθηκε η εκκλησία.
      Παλιά ήταν αφιερωμένη στον Άη – Γιώργη. Και μάλλον στα ερείπια του μικρού ίσως ναού αυτού, κτίστηκε ο πιο μεγάλος που αφιερώθηκε στον Άη – Γιάννη τον Πρόδρομο. Μια όμορφη, μεγάλη για τα δεδομένα του χωριού εκκλησία, η οποία με τις δωρεές των πιστών, συγχωριανών και μη, έγινε το καμάρι μας. Και μέχρι σήμερα, ακούραστος δραστήριος και δημιουργικός ο παπά – Μάρκος μαζί με τους εκάστοτε επιτρόπους, φροντίζουν και διατηρούν τον Αη – Γιάννη μια αξιοζήλευτη, περίλαμπρη και πεντακάθαρη εκκλησία.
      Ο Αη – Γιάννης να τους προστατεύει όλους όσοι κοπιάζουν αγόγγυστα για την διατήρηση και την ευπρέπεια του ναού του.
 
Το μεγάλο πανηγύρι μας!
      Το πανηγύρι του Αη – Γιαννιού είναι δυο φορές το χρόνο. Στις 7 Ιανουαρίου, το χειμωνιάτικο (για το οποίο έχω προαναφέρει) και το καλοκαιρινό στις 24 Ιουνίου.
Τότε γίνεται και το περίλαμπρο πανηγύρι. Βοηθάει και ο καιρός. Οι χωριανοί φροντίζουν να ασπρίσουν τα σπίτια τους, μέσα και έξω, από το Μάη. Να γίνει γενική καθαριότητα για να υποδεχτούν τον κόσμο ανήμερα. Οι επίτροποι έχουν επιπλέον και τα ασπρίσματα της εκκλησίας. Το χωριό γίνεται άσπρο σαν περιστεράκι. Οι δρόμοι ασβεστώνονται σκαλοπάτι – σκαλοπάτι, το πηγάδι και η εξέδρα (η ταράτσα του πηγαδιού) αστράφτουν. Η εκκλησία καθαρίζεται απ’ όλο το χωριό που μαζεύεται εκεί Κυριακή συνήθως με ένα χτύπημα της καμπάνα. Να τριφτούν τα μανουάλια, να γυαλιστούν τα ασημένια καντήλια, να σαπουνίσουν το μαρμάρινο τέμπλο και τα προσκυνητάρια από τα παλικάρια του χωριού, να καθαριστούν οι κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, να τριφτούν οι ασημένιες εικόνες και τα ιδιαίτερα του Αη – Γιάννη, να σιδερωθούν τα καλά χρυσοστόλιστα κεντήματα της Αγίας Τράπεζας και των παγκαριών, οι κεντημένες χειροποίητες ποδιές στα προσκυνητάρια, όλα πρέπει να είναι τέλεια.
Κι όταν έρθει εκείνη η μέρα στο χωριό επικρατεί απ’την προηγούμενη μέρα μια ένταση. Οι κάπασοι όλοι καπνίζουν ασταμάτητα.
Οι νοικοκυρές επικαλούνται την βοήθεια και μιας έμπειρης συγγενούς ή φίλης από άλλο χωριό να τις βοηθήσει στο μαγείρεμα, στην επιτυχία της μαγιονέζας και της σκορδαλιάς, στο στόλισμα των πιάτων με τους μεζέδες που θα γεμίσουν το πανηγυριώτικο τραπέζι μετά την λειτουργία για να υποδεχθούν τον κόσμο. Ως και φρούτα αγοράζουν για εκείνη τη μέρα!!! Όσο για το γλυκό, μπιζέδες σπιτικοί. Αυγά απ΄το κοτέτσι, ζάχαρη και παραπανίσια τέχνη. Ο ξυλόφουρνος της Ροζίνας και ο Καράμπαμπας, που οι ίδιοι πυρώνουν, δίνουν το θεσπέσιο αποτέλεσμα χωρίς να μειώσουν τον οικογενειακό οικονομικό προγραμματισμό που δεν είναι και τόσο ανθηρός!
Το γεύμα; Αρνάκι λεμονάτο με πατάτες τηγανιτές και πιλάφι με σάλτσα από την ψιλοκομμένη συκωταριά του σφαχτού. Νοστιμότατα κατά γενική ομολογία. Κι εμείς τα παιδιά περιμένουμε πώς και πώς να φορέσουμε κάνα καινούργιο ρουχαλάκι ή παπουτσάκι και όλο αυτό κοιτάμε. Μια το ρούχο, μια το παπούτσι. Αξέχαστα παιδικά και νεανικά χρόνια! Γλυκά χρόνια!
Όλα αυτά βέβαια μετά το τέλος και της λιτανείας που γίνεται στη γύρα του χωριού συνοδεία της εικόνας του Αγίου, αλλά και άλλων εικόνων, εξαπτέρυγων, σταυρού, παπάδων (ίσως και δεσπότη), ψαλτών και πλήθος πανηγυριωτών. Σε κάθε αυλή, σε κάθε στροφή, σε κάθε γωνιά, σε κάθε καμάρα περιμένει ένα θυμιατό που αναδύει το άρωμα του λιβανιού, στο ένα χέρι μιας γυναίκας και στ’ άλλο ένα μπουκαλάκι κολόνια για να υποδεχτούν τον Άγιο που τους κάνει την τιμή να περάσει από το σπίτι τους και να φέρει κοντά τους την ευλογία Του. Η δοξολογία θα γίνει στην εξέδρα και η πομπή θα καταλήξει στον ιερό ναό, να μπουν όλα στη θέση τους και να γίνει η απόλυση. Οι καμπάνες χτυπούν διπλοκαμπανο. Ο κόσμος θα μοιραστεί στα σπίτια για περιποίηση από τις νοικοκυρές όλες και θ’ αρχίσει το φαγοπότι και το γλέντι, το οποίο θα συνεχιστεί ως το άλλο πρωί στα μαγαζιά του κυρ – Αντώνη και του Βαγγέλη με τα βιολιά και τα λαγούτα. 
Χορός, κέφι, χαρές, γνωριμίες μεταξύ νέων, ερωτικά καρδιοχτύπια καμιά φορά, αμανέδες. Η διασκέδαση σ’ όλο το τόσο απλό, τόσο αθώο και όμως τόσο όμορφο μεγαλείο της. Είναι στιγμές που οι έννοιες πάνε περίπατο. Η φτώχεια γίνεται διασκέδαση. Όλοι σκέφτονται το ίδιο πράγμα. Σήμερα έχουμε χαρά. Καλά να περάσουμε. Και έτσι γίνεται. Τα καταφέρνουμε πάντα. Οι χαρές της ζωής είναι κρυμμένες μέσα στα πιο απλά πράγματα. Κι ένα απ’ αυτά είναι η αγάπη.
 
Γραφικοί – Μοναδικοί – Αξέχαστοι!
            Αντώνης Πλυτάς. Ο Μπάρμπα –Αντώνης ο Μπουρδουμπάς. Έτσι τον θυμόμαστε όλοι, λεπτός γεράκος, τουλάχιστον έτσι τον γνώρισα εγώ. Εργένης, άσπρα μαλλιά, όμορφο, για την ηλικία του, χαμογελαστό πρόσωπο και πάντα ντυμένος με απλά – απλούστατα αλλά πεντακάθαρα ρούχα. Αν κάτι έβλεπες πάνω τους ίσως ήταν μερικές σταγόνες ασβέστης ή σοβάς που του είχε ξεφύγει καθώς άσπριζε ή σοβάντιζε κάπου για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Μα όταν έπαιζε το λαούτο του (αυτοδίδαχτος βέβαια) σε κάνα πανηγύρι ή αποκριανό , ήταν στην τρίχα. Το πουκάμισο του άσπρο χιονάτο. Μόνος του το έπλενε στο πηγάδι με πράσινο σαπούνι και νεράκι. Έβαζε και το λουλάκι του στο τελευταίο ξέβγαλμα για να τονίσει την λευκότητα του. Νοικοκύρης άνθρωπος.
            Πειραχτήρι δε πρώτο. Δεν άφηνε κανένα δίχως να τον πειράξει, καλοπροαίρετα πάντα. Κι εκείνο το γέλιο του!! Κελαρυστό, μακρόσυρτο, χαρακτηριστικό. Λες και το ακούω ακόμα. Με ένα τσιγάρο, σχεδόν μόνιμα στο στόμα αναμμένο. Τα τρία πρώτα δάχτυλα στο δεξί του χέρι κιτρινισμένα από αυτό του το πάθος. Και με ένα καλώς εννοούμενο ειρωνικό σχόλιο για τον καθένα επίσης, πρόχειρο στα χείλη του. Αυτοσαρκάζονταν κιόλας. Δείγμα του προσγειωμένου ανθρώπου, του οξυδερκούς.
            Οι φάρσες που σκάρωνε αμέτρητες. Σε όλους τους Μουνταδιανούς έχει μείνει φραστική κληρονομιά. . . «η φωτογραφική μηχανή του Μπουρδουμπά» η οποία θα μπορούσε να κληρονομηθεί από τον καθένα αφού δεν είχε ούτε αξία χρηματική ούτε ήταν κάτι το ιδιαίτερο σαν μηχάνημα. Απλά ο άνθρωπος θέλοντας να απαθανατίσει κάποιον ή κάτι, απλά γυρνούσε τα οπίσθια του και κατέβαζε το παντελόνι του σκύβοντας…Αυτό. Έτσι απλά.. Έχει φωτογραφίσει έτσι κόσμο και κοσμάκη…Πάντα όμως χωρίς να ξεφεύγει το μέτρο της αξιοπρέπειας.
            Έζησε μόνος του στο πάνω-πάνω σπίτι του χωριού, (πάνω από την εκκλησία του Αη – Θανασιού). Τώρα βέβαια είναι ένα ερείπιο…
            Η απώλεια του ίσως να μην έγινε ιδιαίτερα αισθητή από πολλούς, μιας και δεν έκανε ποτέ του δική του οικογένεια. Η απουσία του όμως έγινε αισθητή απ’ όλους τους χωριανούς.
            Οι μεγάλοι έχασαν το μπάρμπα – Αντώνη που τους συντρόφευε στην ξερή και τη κοντσίνα, που τους πείραζε και τον πείραζαν χωρίς εκατέρωθεν παρεξηγήσεις, που τους συντρόφευε στα γλέντια τους με το λαούτο του και τους αμανέδες του, που τους άσπριζε τα σπίτια τους για τ’ Αη – Γιαννιού που..που…
            Οι πιο μικροί χάσαμε τον άνθρωπο που μας συγκέντρωνε με περισσή φροντίδα τα χαρτονάκια απ’τα πακέτα των τσιγάρων και τα ασημόχαρτα τους για τις χειροτεχνίες μας στο σχολείο. Κι όταν πηγαίναμε σπίτι του να μας τα δώσει μας φίλευε με ένα δυο ξερά συκαλάκια, ή στην καλύτερη περίπτωση μια καραμελίτσα ζελεδάκι…κρυφές παιδιάστικες προσδοκίες όλα αυτά. Να ‘ σαι καλά εκεί πάνω που είσαι. Σίγουρα είναι αιώνια η μνήμη σου.